Πολύποδες παχέος εντέρου

Οι πολύποδες του παχέος εντέρου είναι εξογκώματα που αναπτύσσονται επί του βλεννογόνου του παχέος εντέρου. Οι πολύποδες στο παχύ έντερο διακρίνονται στους:

1. Νεοπλασματικούς και τους

2. Μη νεοπλασματικούς.

Οι νεοπλασματικοί πολύποδες έχουν δυνητικά την  τάση να εξελιχθούν προς καρκίνο.

Ιστολογικά, οι βλάβες αυτές ονομάζονται αδενώματα. Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αναπτύσσεται κατά κανόνα επί των αδενωμάτων, τα οποία μεγαλώνουν, μεταλλάσσονται και κάποια στιγμή εξαλλάσσονται προς καρκίνο.

Οι μη νεοπλασματικοί πολύποδες είναι οι υπερπλαστικοί πολύποδες, οι οποίοι δεν εξελίσσονται προς καρκίνο.

Αν και μερικές φορές είναι δυνατή διάκρισή τους κατά τη διάρκεια της ενδοσκόπησης, παρόλα αυτά, αφαιρούνται κι αυτοί όπως τα αδενώματα.

Οι πολύποδες του παχέος εντέρου, τις περισσότερες φορές δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, ιδίως όταν έχουν μικρό μέγεθος. Όταν παρουσιάζουν συμπτώματα, αυτά είναι η αιμορραγία από το ορθό, η παρουσία υπερβολικής βλέννης στα κόπρανα, πολλές φορές με πρόσμιξη αίματος, η ανάπτυξη σιδηροπενικής αναιμίας, ιδίως σε ευμεγέθεις πολύποδες που εντοπίζονται βαθειά στο έντερο και οι διαταραχές των κενώσεων όπως διάρροια ή δυσκοιλιότητα.

Οι πολύποδες προκύπτουν από μεταλλάξεις στα κύτταρα του αδενικού επιθηλίου του εντέρου. Μερικές φορές μπορεί να υφίσταται γενετική προδιάθεση ενώ άλλες όχι. Άλλοι παράγοντες κινδύνου, εκτός από το κληρονομικό ιστορικό, είναι το κάπνισμα, το αλκοόλ, η ηλικία >50 ετών, η έλλειψη άσκησης, οι χρόνιες εντεροπάθειες όπως η νόσος του Crohn  και η ελκώδης κολίτιδα και τέλος φυλετικοί παράγοντες.

image00103
image00103

press to zoom
ι_im_17
ι_im_17

press to zoom
image00024
image00024

press to zoom
image00103
image00103

press to zoom
1/9

Η διάγνωση τίθεται κατά κύριο λόγο με την ενδοσκόπηση του κατώτερου πεπτικού (κολοσκόπηση - κολονοσκόπηση). Εκτός από την ενδοσκόπηση η διάγνωση μπορεί να τεθεί κι από απεικονιστικές εξετάσεις όπως ο βαριούχος υποκλυσμός ή η αξονική κολογραφία. Το μειονέκτημα των απεικονιστικών μεθόδων είναι πως δεν προσφέρουν τη δυνατότητα παρέμβασης για την εκτομή των βλαβών αυτών, οπότε στο τέλος, πάλι θα καταλήξει κανείς στην κολονοσκόπηση. Η παρουσία αίματος στα κόπρανα μπορεί να ανιχνευτεί και με ειδικές εξετάσεις κοπράνων. Η εξέταση κοπράνων για αίμα καλό θα ήταν να γίνεται σε τουλάχιστον 3 δείγματα από διαδοχικές κενώσεις για να αυξήσουμε την αξιοπιστία της μεθόδου. Θετικό τεστ ανίχνευσης αίματος στα κόπρανα πρέπει να οδηγήσει σε διερεύνηση με κολονοσκόπηση.

Η προληπτική κολονοσκόπηση ξεκινά να γίνεται από την ηλικία των 50 ετών σε όλους όσους έχουν μέσο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου παχέος εντέρου. Τελευταία πολλοί υποστηρίζουν πως το όριο αυτό θα πρέπει να μειωθεί στα 45 διότι φαίνεται πως διαγιγνώσκονται αρκετοί καρκίνοι σε ηλικίες μικρότερες των 50. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου παχέος εντέρου όπως σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό, ασθενείς που πάσχουν από σύνδρομα πολυποδίασης, σύνδρομο Lynch και άλλα, η ηλικία της πρώτης προληπτικής κολονοσκόπησης εξατομικεύεται ανάλογα με το εκάστοτε ιστορικό. 

Η κολονοσκόπηση γίνεται μετά από προετοιμασία με καθαρτικά ώστε να καθαρίσει πλήρως το έντερο και να μπορεί να γίνει μια γίνει λεπτομερής εκτίμηση του βλεννογόνου. Όσο καλύτερη είναι η προετοιμασία τόσο υψηλότερης ποιότητας είναι και η εξέταση που πραγματοποιείται. Η εξέταση με σύγχρονα ενδοσκόπια υψηλής ευκρίνειας βελτιώνει το ποσοστό ανίχνευσης νεοπλασματικών βλαβών όπως φαίνεται από τις μελέτες.

Οι πολύποδες του παχέος εντέρου πρέπει να αφαιρούνται και να εξετάζονται ιστολογικά. Με αυτό τον τρόπο η διαδικασία της καρκινογένεσης ανακόπτεται. Επεμβαίνουμε λοιπόν δραστικά στη φυσική πορεία της διαδικασίας της καρκινογένεσης. Αυτή είναι η αξία του προληπτικού ελέγχου του παχέος εντέρου. Σήμερα, με ασφάλεια μπορεί να πούμε πως, ακολουθώντας τις οδηγίες του ιατρού σχετικά με τον επανέλεγχο του εντέρου και τον προγραμματισμό για την επόμενη κολονοσκόπηση, οι πιθανότητες να νοσήσει κανείς από καρκίνο του παχέος εντέρου είναι ελάχιστες.

Οι πολύποδες, κατά κανόνα, αφαιρούνται ενδοσκοπικά. Η ενδοσκοπική πολυπεκτομή είναι μια ασφαλής μέθοδος εκτομής των πολυπόδων σε όποιο σημείο κι αν βρίσκονται. Τόσο η κλασσική πολυπεκτομή όσο και οι πιο σύγχρονες τεχνικές της βλεννογονεκτομής (EMR) και της υποβλεννογόνιας εκτομής (ESD) έχουν να επιδείξουν εξαιρετικό προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.

Με την υποβλεννογόνια εκτομή (ESD) μάλιστα, είναι δυνατή η εκτομή και του αρχόμενου, βλεννογονικού καρκίνου. Έτσι επιτυγχάνεται η αφαίρεση του πολύποδα σε ένα τμήμα για καλύτερη ιστολογική εκτίμηση αλλά και λιγότερες πιθανότητες υποτροπής. Πολύ σπάνια, οι καλοήθεις πολύποδες μπορεί να χρειαστεί να αφαιρεθούν με χειρουργική εκτομή. 

Η ενδοσκοπική πολυπεκτομή είναι εξαιρετικά ασφαλής μέθοδος, όταν εκτελείται στον κατάλληλο χώρο όπως σε κατάλληλα εξοπλισμένο εργαστήριο μέσα σε Κλινική ή Νοσοκομείο.

Σπανίως μπορεί να παρουσιαστεί αιμορραγία είτε κατά τη διάρκεια της επέμβασης είτε ώρες ή ημέρες μετά. Τις περισσότερες φορές η αιμορραγία είναι αυτοπεριοριζόμενη, αλλά ενίοτε μπορεί να χρειαστεί να γίνει ενδοσκοπική αιμόσταση.

Άλλη επιπλοκή που μπορεί να συμβεί είναι η διάτρηση του εντέρου, κάτι που συμβαίνει ακόμη σπανιότερα. Η διάτρηση που διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια της επέμβασης συνήθως αντιμετωπίζεται με ενδοσκοπικές μεθόδους συρραφής. Μερικές φορές, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική συρραφή. 

Μετά την αφαίρεση των πολυπόδων ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει σύντομα στις καθημερινές του ασχολίες. Σε κάθε περίπτωση, οι ασθενείς στους οποίους έχουν αφαιρεθεί πολύποδες χρήζουν παρακολούθησης με τακτικές ενδοσκοπήσεις ανά διαστήματα που τα ορίζει ο ιατρός, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό, το μέγεθος την ιστολογία και τον αριθμό των πολυπόδων που αφαιρέθηκαν.