Καρκίνος οισοφάγου

Ο καρκίνος του οισοφάγου προσβάλλει 4,2 ασθενείς ανά 100.000 ανά έτος. Προσβάλλει συχνότερα τους άνδρες και συνήθως σε ηλικίες άνω των 65 ετών. Υπολογίζεται ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης οισοφαγικού καρκίνου καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής είναι περίπου 0,5%.

Ο καρκίνος του οισοφάγου χαρακτηρίζεται από συμπτώματα όπως δυσκολία κατά την κατάποση, αίσθηση ότι το φαγητό κολλάει δεν προωθείται προς το στομάχι, απώλεια βάρους, πόνο κατά την κατάποση, βήχα, βραχνάδα, αιμορραγία και αιματέμεση. Ο καρκίνος του οισοφάγου απαντάται συνήθως σε ηλικίες άνω των 65 ετών και συχνότερα σε άνδρες. Ανάλογα με τη θέση ανάπτυξής του κατατάσσεται σε καρκίνο της τραχηλικής μοίρας του οισοφάγου, ενδοθωρακικό οισοφαγικό καρκίνο και καρκίνο της γαστροοισοφαγικής συμβολής.

Ιστολογικά, ο καρκίνος του οισοφάγου διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: το καρκίνωμα από πλακώδη κύτταρα και το αδενοκαρκίνωμα του οισοφάγου.

Ο καρκίνος του οισοφάγου από πλακώδη κύτταρα σχετίζεται κυρίως με το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ, τη χρόνια κατανάλωση καυτών τροφών, την προηγηθείσα κατάποση καυστικών ουσιών, με την αχαλασία του οισοφάγου, την τύλωση, το σύνδρομο Plummer-Vinson και με τον καρκίνο της κεφαλής και του τραχήλου. Προέρχεται από τα πλακώδη κύτταρα του οισοφάγου.

Το αδενοκαρκίνωμα του οισοφάγου σχετίζεται με την χρόνια Γαστροοισοφαγική Παλινδρόμηση, με το κάπνισμα και την παχυσαρκία. Προέρχεται από τους υποβλεννογόνιους αδένες του οισοφάγου ή αναπτύσσεται σε έδαφος οισοφάγου Barrett. Παλαιότερα ο καρκίνος από πλακώδη κύτταρα ήταν ο πιο συνηθισμένος τύπος, αλλά τα τελευταία χρόνια, στις δυτικές χώρες και στις ΗΠΑ, το αδενοκαρκίνωμα είναι πλέον η πιο συνηθισμένη μορφή καρκίνου οισοφάγου.

 

Η διάγνωση αρχικά τίθεται από την ενδοσκόπηση (γαστροσκόπηση) κατά την οποία παρατηρούνται χαρακτηριστικές βλάβες. Οι βλάβες που διαπιστώνονται κατά τη γαστροσκόπηση μπορεί να κυμαίνονται από μικρές υπεγέρσεις, μέχρι εικόνα πλήρους απόφραξης του αυλού του οισοφάγου από νεοπλασματικά κύτταρα. Όπως πάντα, η ενδοσκοπική υποψία επιβεβαιώνεται με την ιστολογική εξέταση βιοψιών που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Κατά την ιστολογική εξέταση διευκρινίζεται ο τύπος του καρκίνου (πλακώδες ή αδενοκυτταρικό καρκίνωμα), προσδιορίζεται ο βαθμός διαφοροποίησης του όγκου (που δίνει πληροφορίες για το πόσο επιθετικός είναι ο καρκίνος) και σε περίπτωση αδενοκαρκινώματος γίνεται και προσδιορισμός της έκφρασης του γονιδίου HER2 με ανοσοϊστοχημεία ή FISH. 

 

Η σταδιοποίηση της νόσου γίνεται με απεικονιστικές εξετάσεις όπως αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία, PET Scan, η/και ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα. Η σταδιοποίηση έχει μεγάλη σημασία διότι καθορίζει την κατάλληλη θεραπευτική επιλογή. Συνήθως η πρώτη απεικονιστική εξέταση είναι η αξονική τομογραφία με χορήγηση σκιαστικού ενδοφλεβίως.

 

Η θεραπεία εξαρτάται βασικά από την έκταση της νόσου, αλλά και από τη γενική κατάσταση του ασθενούς. Όταν ο καρκίνος εντοπίζεται μόνο στο επίπεδο του βλεννογόνου είναι δυνατή η εκτομή του όγκου με προχωρημένες ενδοσκοπικές τεχνικές (EMR - ESD), τις περισσότερες φορές με θεραπευτικό αποτέλεσμα. Οι μέθοδοι αυτές έχουν αλλάξει τον αλγόριθμο αντιμετώπισης του αρχόμενου καρκίνου του οισοφάγου, ο οποίος μπορεί να αντιμετωπίζεται ενδοσκοπικά

 

Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο όγκος περιορίζεται στον οισοφάγο η θεραπεία εκλογής είναι η χειρουργική εκτομή (οισοφαγεκτομή). Η οισοφαγεκτομή είναι ένα μεγάλο χειρουργείο και εκτελείται από πεπειραμένους και ειδικά εκπαιδευμένους χειρουργούς. Ανάλογα με την εντόπιση του όγκου η προσπέλαση μπορεί να είναι τόσο από την κοιλιά όσο και από τον θώρακα και τον τράχηλο. Η παρουσία μικρών επιχώριων λεμφαδένων δεν είναι απαραίτητα αντένδειξη για χειρουργική εκτομή ιδίως όταν πρόκειται για νέους και δυνατούς ασθενείς. Η προ του χειρουργείου χημειο-ακτινοβολία μελετάται και ίσως να παρατείνει την επιβίωση αυξάνοντας όμως τις παρενέργειες. Μετά το χειρουργείο, πολλές φορές, μπορεί να χρειαστεί επιπλέον χημειοθεραπεία.

Στην περίπτωση εκτεταμένης νόσου, πολλών απομακρυσμένων μεταστάσεων, ή σε περιπτώσεις που διηθούνται σημαντικά αγγεία η χειρουργική θεραπεία δεν ενδείκνυται. Στους ασθενείς αυτούς προχωρούμε σε χημειοθεραπεία ή ακτινοβολία όπου επιθτρέπεται από τη γενική κατάσταση του αρρώστου. Σε ασθενείς που παρουσιάζουν έντονη δυσφαγία, με την ενδοσκοπική τοποθέτηση μεταλλικού οισοφαγικού stent μπορούμε να επιτύχουμε την ανακούφιση της δυσφαγίας και τη βελτίωση της σίτισης. Συμπληρωματικά στη σίτιση, μπορεί να βοηθήσει και η τοποθέτηση ενδοσκοπικής ή χειρουργικής γαστροστομίας.